Κατά τις 11 το πρωί άκουγα το καμπανάκι του αλόγου που έσερνε ένα κάρο με ζαρζαβατικά. Όλοι πετάγονταν απ’ τη γειτονιά να ψωνίσουν φρέσκιες ντομάτες, εγχώριας παραγωγής, δηλαδή μιας άλλης γειτονιάς!
Καμιά σχέση εκείνες οι ντομάτες με τις σημερινές. Η μάνα μου τις έκοβε στη μέση, τις αλάτιζε και μου έδινε μια φέτα να τρώω καθώς έπαιζα έξω. Αν τύχαινε να τρέξουν ζουμιά κάτω, εκεί φύτρωνε ντοματιά.
Είχαμε 4 λεμονιές, μια ελιά, μια ροδιά και μια περγαμοντιά.
Από μας έπαιρνε όλη η γειτονιά λεμόνια τζάμπα. Πίσω απ το σπίτι είχαμε και συκιά.
Είχα και σκύλο, την Ήρα. Κάποιες φορές που γυρνούσα απ’ το σχολείο και η μάνα μου έλειπε, περνούσα το χρόνο μου στη φωλιά του σκύλου. Χωρούσαμε και οι δυο μέσα. Με μάγευε αυτή η σκυλίσια μυρωδιά! Μια φορά μάλιστα με πήρε ο ύπνος και με ψάχνανε.
Έφαγα πολύ ξύλο επειδή τους κατατρόμαξα. Που να φανταστούν ότι κοιμόμουν στη ζεστασιά της σκυλίσιας αγκαλιάς!
Τον ύπνο τον είχα στο τσεπάκι. Με βρίσκανε κάτω από τραπέζια, κάτω απ’ τη σκάλα, και γενικά όπου έβρισκα ιδανικό μέρος για να πλάσω στο μυαλό μου μια φωλιά, εκεί κοιμόμουν.
Μα το πιο ωραίο μέρος ήταν κάτω απ’ το τραπέζι της τραπεζαρίας, πάνω στο χαλί και δίπλα στη σόμπα. Δεν ήταν καθόλου ευχάριστο ότι μετά έπρεπε να πάω στο κρεβάτι μου που ήταν στο χώρο της Σιβηρίας.
Μου άρεσε να κοιμάμαι κάτω απ’ το τραπέζι ειδικά όταν είχαμε κόσμο. Οι συζητήσεις τους με νανούριζαν και οι μυρωδιές απ τις κάλτσες τους μου δημιουργούσαν ένα συναίσθημα ασφάλειας στη φωλιά μου.
Όταν ήμουν άρρωστος στο κρεβάτι, μου άρεσε να ζωγραφίζω ή να παίζω παιχνίδια με τα δάχτυλά μου. Μεταμορφώνονταν σε ανθρωπάκια που κυνηγιόντουσαν πάνω στις κουβέρτες.
Μια φορά αντέγραψα ένα σχέδιο του αδελφού μου που ήταν φοιτητής στην Αρχιτεκτονική το οποίο διήρκησε 8 ώρες. Πονούσαν τα μάτια μου. Είχα χαθεί στο κόσμο της ψευδαίσθησης και δεν έλεγα να επιστρέψω. Τότε ήταν η αρχή νομίζω που μπήκε το σαράκι μέσα μου.
Μια άλλη φορά κατάστρεψα ένα άλλο σχέδιο επειδή θεώρησα ότι το δέντρο δίπλα στο σχέδιο έπρεπε να έχει χρώματα. Πήρα τους μαρκαδόρους κι έκανα φιλαράκια και κεράσια να κρέμονται. Εκεί έφαγα πολύ ξύλο, γιατί ήταν μέρος της διπλωματικής του εργασίας.
Που να ξέρω! Κανείς δεν με ενημέρωσε!
Η μητέρα μου με παρακινούσε να ζωγραφίζω και με πήγαινε σε διαγωνισμούς. Πήρα και βραβείο με θέμα, «ζωγραφίζω τη μητέρα μου». Την έκανα σαν άλογο, αλλά κανείς δεν το πρόσεξε απ’ τους κριτές.
Ο πατέρας μου φοβούμενος την άδοξη εξέλιξη ενός καλλιτέχνη, μου έκρυβε τα χρώματα και μου εξαφάνιζε τα μπλοκ. Ήθελε να γίνω επιστήμων!
Το αγαπημένο μου επάγγελμα όμως ήταν «βοθρατζής». Γοητευόμουν που τον έβλεπα να ξετυλίγει το χοντρό σωλήνα και να τον βάζει στο φρεάτιο. Ειδικά όταν άρχιζε να ρουφάει, η γειτονιά μοσχομύριζε αυτό που οι άλλοι σιχαινόντουσαν.
Είχα γράψει και ολόκληρη έκθεση με θέμα: Τι θα γίνω άμα μεγαλώσω». Είμαι σίγουρος ότι ο δάσκαλος θα με κατηγοριοποίησε σε ειδική ομάδα παιδιών.
Ο παλιός καλός καιρός (Μέρος 2)
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Αναρτήθηκε από kimon στις Τετάρτη, Φεβρουάριος 17, 2010
Ετικέτες ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)



5 σχόλια:
Έζησα μια περίοδο που η μαμά μου την αναφέρει ακόμα σαν "οι μέρες της τραπεζαρίας"...Δεν κοιμόμουν απλά κάτω από την τραπεζαρία... Ζούσα εκεί!
Δίπλα ακριβώς είχαμε κι εμείς τη σόμπα και το χειμώνα καθόμουν πάνω στο χαλί και διάβαζα, άπλωνα τους μαρκαδόρους μου και ζωγράφιζα, έπαιζα με τις κούκλες, κι έβλεπα τηλεόραση στραβολαιμιάζοντας μέχρι να με πάρει ο ύπνος και να με τραβήξουν για να με πάνε στο κρεβάτι...
Κι αν τύχαινε κι είχαμε κόσμο στο σπίτι δεν υπήρχε περίπτωση να βγώ από 'κεί κάτω μέχρι να φύγουν...
Μόλις άκουγα το κουδούνι, όπου κι αν βρισκόμουν έτρεχα να προλάβω να μπώ κάτω απ' την τραπεζαρία πρίν ανοίξουν την πόρτα. Το χειρότερο μου ήταν όταν σήκωναν το μακρύ τραπεζομάντηλο για να με χαιρετήσουν!!!
Κάποια στιγμή φοβήθηκαν πως κάτι δεν πήγαινε καλά μ' εμένα, αλλά δεν ήταν της μόδας τότε οι παιδοψυχολόγοι κι αφού δοκίμασαν τα πάντα και δε γινόταν τίποτα, μ' άφησαν μέχρι να ψηλώσω κι άλλο και να δυσκολεύομαι στο μπες βγές...
Υ.Γ. Βοθρατζής, ε;
Σε παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον
Παρά του ότι είναι μια προσωπική -μάλλον- ιστορία κάποιες φράσεις αφορούν πολλούς περισσότερους
"Είχα χαθεί στο κόσμο της ψευδαίσθησης και δεν έλεγα να επιστρέψω."
ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ!
ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ, ΤΟΥΤΟ ΜΟΝΟ:
ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΕΥΕ
Η ΧΑΡΑ, ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΚΑΙ,
ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ
Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ Σ' ΟΛΟ ΤΟ ΕΥΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ!
Αυτό το "βοθρατζής" σε κυνηγάει ακόμη βρε;Σκέψου τι τυχερός που είσαι...γι' αυτό ο δήμαρχος στο Κόρθι άνοιξε βόθρους και φρεάτια και κάνει και βιολογικό , για να χαίρεσαι..άτιμο!!!
ΕΓΩ ΟΧΙ Η ΑΛΛΗ, είσαι το κορίτσι της τραπεζαρίας κι εσύ!
Όσο κι αν φαίνεται περάξενο, όσο κι αν φορτώσεις το τραπέζι με λιχουδιές, η αλήθεια βρίσκεται από κάτω!
ΜΕΡΙΛ, ομολογώ πως δεν πρόσεξα περισσότερο αυτό που πρόσεξες εσύ. Μου άρεσε το σχόλιό σου!
ΠΑΝΤΟΤΙΝΕ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗ κοντεύω να σκάσω, ψάχνω να βρω τη συνέχεια που είχα γράψει πριν μια βδομάδα και δεν τη βρίσκω. Σαν να μη θέλει να προχωρήσει! Για να τη ξαναγράψω αποκλείεται. Δεν θα είναι αυθεντική! Θα ψάξω και στα σκουπίδια μήπως βρω!
ΣΓΟΥΡΟ, για μένα γίνονται όλα! Όταν θέλεις κάτι πολύ, στο τέλος γίνεται!
Δημοσίευση σχολίου